αστική ευθύνη ιατρων 1

Νέα εξέλιξη στην υπόθεση της 18χρονης που έφυγε από τη ζωή λόγω λαθών και παραλείψεων των ιατρών του Κρατικού Νοσοκομείου Μακεδονίας. Σύμφωνα με την εφετειακή απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, το νοσηλευτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταβάλλει στην οικογένειά της αποζημίωση.

Το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται στα 560.000 ευρώ και θα καταβληθεί στους γονείς, στα τρία αδέρφια, στον παππού και στη γιαγιά της 18χρονης. Η κοπέλα δεν ήταν η πρώτη φορά που εισάχθηκε στο νοσοκομείο, λόγω σκωληκοειδίτιδας. Παρόλα αυτά, οι βασικοί εφημερεύοντες γιατροί (χειρουργός και παθολόγος) απουσίαζαν από το νοσοκομείο, ενώ οι ειδικευόμενοι συνάδελφοί τους, αποφάνθηκαν «εμπύρετη γαστρεντερίτιδα» και της έδωσαν εξιτήριο. Τελικά, η 18χρονη υπέφερε από «καθολική περιτονίτιδα», με αποτέλεσμα η λανθασμένη διάγνωση των γιατρών να της κοστίσει τη ζωή.

Σε φυλάκιση 10-18 μηνών καταδικάστηκαν τέσσερις γιατροί του νοσοκομείου, ενώ δύο γιατροί «κλειδιά» που θα μπορούσαν να σώσουν την κοπέλα, δεν είχαν προσέλθει την ημέρα της εφημερίας, όπως υποχρεούνταν.

Το ιατρικό ιστορικό των λαθών και των παραλείψεων :

Το Μάιο του 2006, η κοπέλα προσήλθε στα επείγοντα περιστατικά του νοσοκομείου με πυρετό 39 οC, εμετούς, πόνους στη κοιλιά, διάρροια, κλπ. Ο πρώτος γιατρός που την εξέτασε, διέγνωσε πιθανή σκωληκοειδίτιδα και τη παρέπεμψε σε άλλη ειδικευόμενη συνάδελφό του, η οποία διέγνωσε ότι πρόκειται για γαστρεντερίτιδα, ύστερα από μελέτη των εργαστηριακών εξετάσεων που είχε υποβληθεί η ασθενής. Mετά από επιπρόσθετες έρευνες, η τελική διάγνωση των νοσοκομειακών γιατρών ήταν «εμπύρετη γαστρεντερίτιδα». Η σύσταση που της δόθηκε ήταν να παραμείνει κλινήρης για ένα 24ωρο, ενώ της δόθηκαν και οδηγίες αντιμετώπισης της διάρροιας.

Ύστερα από τέσσερις ημέρες, η 18χρονη κοπέλα επανήλθε πρωί στο νοσοκομείο, με ακατάπαυστα εμετικά επεισόδια και πόνους στην περιοχή της κοιλιάς. Εξετάστηκε εκ νέου και διαγνώστηκε με «οξεία εμπύρετη γασρεντερίτιδα» αυτή τη φορά, ενώ και πάλι κρίθηκε ότι δεν ήταν απαραίτητη η νοσηλεία της στο νοσοκομείο.

Την ίδια ημέρα, το απόγευμα και με συνοδεία από ιδιώτη γιατρό η κοπέλα προσήλθε στο νοσοκομείο, όπως αναφέρεται στις δικαστικές αποφάσεις, «σε κατάσταση σηπτικής καταπληξίας (shock) με απροσδιόριστη αρτηριακή πίεση, χωρίς περιφερικές σφίξεις, νηματοειδή σφυγμό, ταχύπνοια, υποστατικές κηλίδες στα κάτω άκρα και δυσκολία στην ομιλία». Το υπερηχογράφημα κοιλίας και αξονική τομογραφία που υποβλήθηκε, έδειξαν «υγρό στην περιτοναϊκή κοιλότητα, υπερζωκοτικό υγρό άμφω στο μεσοθωράκιο και ελάχιστο στο περικάρδιο».

Αφού εισήχθη επειγόντως στο χειρουργείο, διαπιστώθηκε «άφθονο πυώδες υγρό που καταλάμβανε όλη την κοιλιακή κοιλότητα, από τα διαφράγματα μέχρι τον δουγλάσειο χώρο (σ.σ. ο χώρος της κοιλιάς χαμηλά στη λεκάνη), ενώ κάλυπτε όλα τα σπλάχνα και ήταν καθηλωμένο της σκωληκοειδούς απόφυσης». Λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης του οργανισμού της και έπειτα από δύο επεισόδεια καρδιακής ανακοπής κατά τη διάρκεια του χειρουργείου, η κοπέλα κατέληξε από «καθολική περιτονίτιδα», όπως αναφέρεται και στη νεκροψία.

Η Ένορκη Διοικητική Εξέταση (ΕΔΕ) που διεξήχθη αποδίδει «πλημμελή άσκηση καθηκόντων» και ευθύνες για τον θάνατο της κοπέλας σε επτά γιατρούς του νοσοκομείου, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής του νοσοκομείου (τελικά καταδικάστηκαν τέσσερις). Μάλιστα στην ΕΔΕ υπογραμμίζεται ότι η ασθενής δεν είχε την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση και η πάθησή της εξελίχθηκε από μια πάθηση χαμηλής θνησιμότητας (σκωληκοειδίτιδα), σε μια πάθηση υψηλής θνησιμότητας (σηπτική καταπληξία).

Οι δικαστές σημειώνουν ότι την πρώτη ημέρα που προσήλθε η άτυχη κοπέλα ήταν ημέρα ενεργούς εφημερίας και οι ειδικοί γιατροί θα έπρεπε να βρίσκονται στον χώρο ευθύνης τους καθ’ όλη τη διάρκεια της εφημερίας (24ωρο), τούτο όμως δεν το έπραξαν ο ειδικός παθολόγος και ο ειδικός χειρουργός (και οι δύο επιμελητές), οι οποίοι απουσίαζαν τη συγκεκριμένη ημέρα. Τη διάγνωση και την αντιμετώπιση ανέλαβαν οι ειδικευόμενοι γιατροί του νοσοκομείου, οι οποίοι προέβησαν σε σειρά παραλείψεων.

Οι σοβαρές αμέλειες και παραλείψεις των υπεύθυνων του νοσοκομείου οδήγησαν στον θάνατο της ασθενούς, αφού είχαν ως αποτέλεσμα να μη διενεργηθούν άμεσα οι κατάλληλες εξετάσεις, με περαιτέρω συνέπεια τη μη έγκαιρη και ορθή διάγνωση της νόσου και τη μη έγκαιρη αντιμετώπισή της, παρότι η πάθησή της (οξεία σκωληκοειδίτιδα) με έγκαιρη αντιμετώπιση έχει πολύ χαμηλή θνητότητα (μόλις 0,1%).